Now Reading
Ο Ζάχος Χατζηφωτίου θυμάται… Πως γεννήθηκε… η Μύκονος

Ο Ζάχος Χατζηφωτίου θυμάται… Πως γεννήθηκε… η Μύκονος

View Gallery

Το σημερινό μου κομμάτι είναι ένα νοσταλγικό οδοιπορικό μέσα στο χρόνο σ’ εκείνο το καλοκαίρι του 1939 όταν μια παρέα από τη Κηφισιά «ανακάλυψε» τη Μύκονο.

Oλα ξεκίνησαν ένα ζεστό προπολεμικό καλοκαίρι στην Κηφισιά. Η Κηφισιά τότε ήταν το αριστοκρατικό προάστιο με τις νεοκλασικές μονοκατοικίες με τις λίγες και γνωστές οικογένειες, άλλες το καλοκαίρι και άλλες το χειμώνα. Σ’ αυτή τη κοινωνία της Κηφισιάς πρέπει να προσθέσω και αρκετές γνωστές οικογένειες που παραθέριζαν στα μεγάλα ξενοδοχεία όπως το Σέσιλ, το Πεντελικόν και του Απέργη.

Τα παιδιά αυτών των οικογενειών είχαν δημιουργήσει μία κοινωνία που λέγονταν «η κηφισιώτικη νεολαία». Παιδιά καλά μεν, αλλά χωρίς πολλές έγνοιες αλώνιζαν τη Κηφισιά με τα ποδήλατα τους στους ήσυχους και σκιερούς δρόμους από τις λεύκες και τα πλατάνια από το Κοκκιναρά μέχρι το Ρέμα Λοβέρδου. Σ’ αυτούς προστίθεντο τα Σαββατοκύριακα που ανέβαιναν στη Κηφισιά και πολλοί δόκιμοι της Σχολής του Βασιλικού Ναυτικού το διήμερο της «εξόδου», οι οποίοι είχαν ήδη δημιουργήσει δεσμούς με τα κορίτσια της Κηφισιάς, όπως ο Ραζικότσικας, ο Μουργιανάκης, ο Τουπάνης, ο Μελετόπουλος και άλλοι.

Και ένα βράδυ κατά τις 7 η ώρα που μαζεύονταν στο ζαχαροπλαστείο του Σεριάνη όλη η παρέα, εμφανίστηκε μια φίλη κηφισιώτισα της οικογένειας Τζαβέλα που έλειπε όλο το χειμώνα και είχε πάρει και το πιάνο της και ήταν –όπως έλεγαν– σε κάποιο νησί μόνη της και έπαιζε πιάνο. Ήταν η Ελένη Τζαβέλα, ένα πολύ ωραίο κορίτσι, που έμενε στο οικογενειακό της σπίτι στην οδό Δεληγιάννη στη Κηφισιά με τους γονείς και τ’ αδέρφια της.

Το ωραίο κορίτσι λοιπόν, η Ελένη Τζαβέλα, ήταν η πρώτη της κηφισιώτικης παρέας που μας μίλησε γι΄ αυτό το κάτασπρο –όπως μας είπε νησί– με τους καλούς φιλόξενους νησιώτες που πέρασε τους τρεις μήνες του χειμώνα αγναντεύοντας από το  παράθυρό της τα κύματα κάτω από τους ήχους της κλασικής μουσικής που σκόρπαγε με τα δάχτυλά της το πιάνο. Αυτό ήταν. Δεν χρειάστηκε πολύ μία παρέα από τη νεολαία της Κηφισιάς να βρεθεί μέσα στο βαποράκι που τόλεγαν «Μοσχάνθη» ή «Μυρτιδιώτισα» ή «Κωστάκης Τόγιας» πηγαίνοντας σ’ ένα άγνωστο νησάκι του Αιγαίου που το λέγαν «Μύκονος».

Και όταν φτάσαμε το απογευματάκι, την ώρα που ο ήλιος «βασίλευε» χρυσο-κόκκινος πάνω από τα γειτονικά νησάκια με τα αρχαία μάρμαρα, τις «Δήλες», το θέαμα ήταν εκπληκτικό και μας άφησε άφωνους. Κι όπως μας έβγαζαν οι βάρκες με τα κουπιά στη παραλία, αφού το μικρό καράβι δεν χωρούσε στο ακόμα μικρότερο λιμάνι, θυμηθήκαμε τα λόγια της Ελένης Τζαβέλα «το νησάκι αυτό 10 ώρες από το Πειραιά χαμένο και άγνωστο μέσα στο Αιγαίο, σε μία καταγάλανη θάλασσα, με άσπρα χαμηλά σπίτια, με ανεμόμυλους, με τεράστιες αμμουδιές από πεντακάθαρη άμμο και όλο μαζί να μοιάζει με σκηνικό θεάτρου» το νησί αυτό είπε η Ελένη το λένε «Μύκονος». Βέβαια για το σημερινό αναγνώστη να παρουσιάζεται έτσι η πασίγνωστη Μύκονος, δεν μοιάζει και πολύ πιστευτό.

Κι είναι γεγονός πως αυτή η πρώτη παρέα που έφτασε στο νησί «ανακάλυψε» τη Μύκονο με όλες τις απέραντες ομορφιές της. Κάπως κουρασμένοι από το δεκάωρο ταξίδι βολευτήκαμε σε σπίτια, σε δωμάτια και κρεβάτια πεντακάθαρα προς 5 δραχμές το δωμάτιο ή το κρεβάτι δεν θυμάμαι. Το πρωί ξυπνήσαμε και ο ήλιος είχε ανέβει αρκετές πιθαμές πάνω από το γυαλό.

See Also

Η Μύκονος την επόμενη είχε βρει τον γνώριμο –όπως αργότερα συνηθίσαμε– καιρό της, αέρας και φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τίποτα όμως δεν ενοχλούσε την ομορφιά της. Κι’ αργότερα βγήκε και το –παρατσούκλι της– «το νησί των ανέμων». Και οι Μυκονιάτες ήταν συνηθισμένοι μ’ αυτούς τους καιρούς και δεν ενοχλούντο καθόλου, και μάλιστα ένα απόγευμα καθόμαστε μερικοί από την παρέα στο «μώλο» και χαζεύαμε ένα καΐκι μακριά που αγωνίζονταν να περάσει το μπουγάζι από την Τήνο στη Μύκονο και μία χάνονταν από το ύψος των κυμάτων και μία πετιόταν επάνω – κάποτε έφτασε το λιμάνι και έπιασε το μύλο που καθόμαστε εμείς.

Hτανε ο καπετάν Γιάννης ο Μπόνης από εκείνους που δεν καταλαβαίνουν από φουρτούνες. Τον είχα γνωρίσει στα «Τρία πηγάδια» τη ταβέρνα του Φούγκη πριν από μερικές μέρες και του λέω «χαρά στο κουράγιο σου να βγαίνεις με τέτοιους καιρούς στην θάλασσα». Και μου λέει χαμογελώντας, «Μπα δεν βαριέσαι μπουνάκια είναι» (στα Μυκονιάτικα η μπουνάτσα λέγεται μπουνάκια). Για τους Μυκονιάτες η θάλασσα όλο μπουνάτσα έχει. Κι εκεί που μιλούσαμε ανοίγει στο καΐκι μια μπουκόπορτα και δύο ναυτόπαιδα από μέσα, κρατώντας την, μια γυναίκα σαν το λεμόνι άσπρη με μία λεμονόκουπα στο στόμα της και ξέμπλεκα, βρεμένα μαλλιά. Μόλις τη βλέπω, γυρίζω και λέω στο καπετάν Μπόνη «και τούτη εδώ πως έγινε έτσι…» και τι μου λέει χαμογελώντας «Αφτήνε την εβαστούμε να μην την πάρει η θάλασσα». Αυτά για τη Μύκονο χωρίς τη ΔΕΗ, χωρίς τα φώτα και τα καλώδια, χωρίς τα αυτοκίνητα και το καυσαέριο τους, χωρίς τα ταχύπλοα βαπόρια των τριών ωρών από το Πειραιά, αλλά με το «καμπανάτο» βοριά που κάνει τις καμπάνες των εκκλησιών να χτυπάνε… οι Μυκονιάτες που είναι θρησκευόμενοι νομίζουν πως οι καμπάνες τους καλούνε στον Εσπερινό.


What's Your Reaction?
Excited
0
Happy
0
In Love
0
Not Sure
0
Silly
0

© 2015-2021 Volta Magazine. All Rights Reserved.